σάλβια

(Αστρον,). Αστεροειδής που πρωτοεπισημάνθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1428. Το αστρικό φωτογραφικό του μέγεθος στη μέση αντίθεση του είναι 16,4 και σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τη Γη και 13,9 από τον Ήλιο.
* * *
η, Ν
βοτ. γένος δικότυλων αγγειόσπερμων φυτών, γνωστό και με την λόγια ονομασία ελελίφασκος, που ανήκει στην οικογένεια τών λαμιιδών ή χειλανθών τής τάξης λαμιώδη, με 700 περίπου είδη, ποώδη ή ξυλώδη, τών εύκρατων και τροπικών περιοχών τής Γης, σημαντικότερο από τα οποία είναι η κοινώς γνωστή φασκομηλιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. salvia < λατ. salvia «είδος φυτού»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φασκομηλιά — Λέγεται και αλιφασκιά (σάλβια η φαρμακευτική). Αρωματικό και φαρμακευτικό φυτό της οικογένειας των λαμπιατών ή χειλανθών (δικοτυλήδονα). Ιθαγενές των ημιορεινών παραμεσόγειων περιοχών, στην Ελλάδα συναντάται κυρίως σε ξερές πετρώδεις τοποθεσίες.… …   Dictionary of Greek

  • φασκομηλία — Λέγεται και αλιφασκιά (σάλβια η φαρμακευτική). Αρωματικό και φαρμακευτικό φυτό της οικογένειας των λαμπιατών ή χειλανθών (δικοτυλήδονα). Ιθαγενές των ημιορεινών παραμεσόγειων περιοχών, στην Ελλάδα συναντάται κυρίως σε ξερές πετρώδεις τοποθεσίες.… …   Dictionary of Greek

  • βασιλικός — (ocimum basilicum). Φυτό ποώδες, μονοετές, κηπευτικό, πολύ αρωματικό, της οικογένειας των χειλανθών, ύψους 25 60 εκ. Έχει κόμη λίγο ή πολύ διακλαδισμένη, φύλλα ωοειδή, μυτερά, ακέραια ή οδοντωτά, ανώμαλα στην άνω επιφάνεια, πράσινα, έντονα ή… …   Dictionary of Greek

  • σανός — Κομμένο και αποξηραμένο χόρτο που χρησιμοποιείται ως βασική τροφή των ζώων κατά τη χειμερινή περίοδο. Η κοπή του χόρτου, με τα χέρια ή με χορτοκοπτικές μηχανές, αρχίζει όταν έχει εξαφανιστεί η δροσιά. Το χόρτο, καθώς θερίζεται, πέφτει και… …   Dictionary of Greek

  • σκλαρεόλη — η, Ν χημ. οργανική χημική ένωση, διτερπενική αλκοόλη που εξάγεται από το φυτό Salvia sclarea τού γένους σάλβια και χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία …   Dictionary of Greek

  • φάκο — το, Ν κοινή ονομασία είδους φυτού τού γένους σάλβια. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλ. ονομ. τού γνωστού με τη λόγια ονομ. φυτού ελελίσφακον ή ελελίσφακος (πρβλ. τις επίσης διαλ. ονομ. τού φυτού φάσκος, σφάκα, σφακιά)] …   Dictionary of Greek

  • χειλανθή — Μία από τις πολυάρθιμες οικογένειες των δικοτυλήδονων φυτών, γνωστή και ως οικογένεια των λαμπιατών. Τα χ. είναι όλα σχεδόν ποώδη ή φρυγανώδη, ιθαγενή των εύκρατων περιοχών. Πολλά είδη τους φυτρώνουν στις παραμεσόγειες περιοχές, από την Ιβηρική… …   Dictionary of Greek

  • βράκτια — Φύλλα σχεδόν λεπιδοειδή, που προστατεύουν τα ανθοφόρα και ξυλοφόρα μάτια ή συνοδεύουν τα άνθη και τις ταξιανθίες. Τα β. μπορεί να είναι λεία ή χλοώδη, πράσινα ή άλλου χρώματος, φυλλοβόλα ή αειθαλή. Τα β. που συνοδεύουν τα άνθη λέγονται και… …   Dictionary of Greek

  • δικοτυλήδονα ή δικότυλα — Κλάση φυτών (ανθόφυτα ή φανερόγαμα) με ωοκύτταρα που βρίσκονται μέσα σε ωοθήκη. Αντίθετα από τα μονοκοτυλήδονα, των οποίων οι καρποί αποτελούνται από μία κοτυληδόνα, τα δ. έχουν καρπούς ή σπέρματα με δύο κοτυληδόνες. Στα δ. ανήκουν, για… …   Dictionary of Greek

  • συμπέταλα — Υποδιαίρεση της τάξης των φανερόγαμων δικοτυλήδονων. Λέγονται επίσης και γαμοπέταλα. Περιλαμβάνουν θάμνους ποώδεις και έχουν άνθη πάντοτε πλήρη, δηλαδή με κάλυκα και στεφάνη. Η τελευταία σχηματίζεται από πέταλα, ενωμένα τουλάχιστον στη βάση. Οι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.